Οι επτά αναγνωρισμένες Σύνοδοι και τα Πατριαρχεία

Οι επτά αναγνωρισμένες Σύνοδοι και τα Πατριαρχεία

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016, 14:51

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ

Της Λίτσας Χατζηφώτη

 

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι αποτέλεσαν φυσική εξέλιξη των τοπικών εκκλησιαστικών συνόδων. Συνιστούσαν μεγάλες συνελεύσεις επισκόπων της Χριστιανικής Εκκλησίας από όλο τον κόσμο, προκειμένου να συσκεφθούν και να λάβουν αποφάσεις για δογματικά και άλλα εκκλησιαστικά ζητήματα, που αφορούσαν σε ολόκληρη την Εκκλησία, η οποία αναγνώριζε τις αποφάσεις που λαμβάνονταν.

Ένα καίριο ερώτημα είναι το ποιος έχει σήμερα το δικαίωμα να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο. Ως γνωστόν, στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού αυτό ήταν έργο του αυτοκράτορα, που ήταν το πλέον επίσημο μέλος της Εκκλησίας. Βέβαια, θεωρείται ότι ουσιαστικά πίσω από μια τέτοια ενέργεια βρισκόταν ο Πατριάρχης και άλλοι εκκλησιαστικοί παράγοντες. Επίσης, η παρουσία και η προεδρία της συνόδου από τον αυτοκράτορα ή εκπροσώπους του κατά τη διεξαγωγή της συντελούσε στην καλή λειτουργία της. Σήμερα, υποστηρίζει ο καθηγητής Π.Ι. Μπούμης, μια τέτοια ενέργεια πρέπει να γίνει μετά από συμφωνία των Πατριαρχών και των Προκαθημένων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ως φορέων του φρονήματος του σώματος των επισκόπων και του πληρώματος της Εκκλησίας γενικότερα.

Αναγνωρισμένες Οικουμενικές Σύνοδοι αριθμούνται επτά. Για τον αναγνώστη που δεν έχει σαφή γνώση του ποιοι μετέχουν σε διασκέψεις του είδους αυτού, καταγράφουμε εδώ όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, με τις ξεχωριστές ιδιότητες καθεμίας, για να είναι σαφή όσα θα εκτεθούν στη συνέχεια. Είναι επίσης πολύ χρήσιμο να υπογραμμισθεί ότι ολόκληρη η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διαθέτει κοινό διοικητικό κέντρο, όπως είναι το Βατικανό για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Υπάρχουν μόνον «πρεσβεία λειτουργικής τιμής», προηγούνται δηλαδή τα πρώτα Πατριαρχεία, τα «πρεσβυγενή», και ακολουθούν τα νεότερα Πατριαρχεία και οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες.

 

Πρεσβυγενή Πατριαρχεία

Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ιδρυτής του, ο Απόστολος Ανδρέας. Στη δικαιοδοσία του έχει τις Μητροπόλεις στην Τουρκία, την Αρχιεπισκοπή και τις Μητροπόλεις της Κρήτης, τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, τις Αρχιεπισκοπές Αμερικής, Αυστραλίας, Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, τις Μητροπόλεις Γαλλίας, Γερμανίας, Αυστρίας, Σουηδίας, Βελγίου, Νέας Ζηλανδίας, Ελβετίας, Ιταλίας, Ισπανίας, Πορτογαλίας, Τορόντο, Παναμά, Μπουένος Άιρες, Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρης και Κορέας. Υπό την άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη είναι η Εξαρχία και η Ι.Μ. Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου, το Άγιον Όρος, η Σταυροπηγιακή Ι.Μ. της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Χαλκιδική και η Ι.Μ. Βλατάδων Θεσσαλονίκης.

Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Ιδρυτής του με τον μαρτυρικό του θάνατο υπήρξε ο Ευαγγελιστής Μάρκος το 63. Η δικαιοδοσία του απλώνεται σε όλη την Αφρική.

Πατριαρχείο Αντιοχείας. Στη δικαιοδοσία του ανήκουν η Συρία, ο Λίβανος, η Ν. Τουρκία, το Ιράκ, το Ιράν, η Σαουδική Αραβία και τα κράτη της αραβικής χερσονήσου. Κατά την παράδοση, ιδρύθηκε από τον Απόστολο Πέτρο το 34.

Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Στη δικαιοδοσία του περιλαμβάνονται το Ισραήλ, η Ιορδανία και το Σινά. Η πρώτη Χριστιανική Εκκλησία στην Ιερουσαλήμ ιδρύθηκε το 33, αμέσως μετά την Ανάσταση και την Ανάληψη του Χριστού.

 

Νέα Πατριαρχεία – Αυτοκέφαλες Εκκλησίες

Εκκλησία της Ρωσίας, με έδρα τη Μόσχα. Η δικαιοδοσία της περιλαμβάνει τη Ρωσία, την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, το Καζακστάν, το Αζερμπαϊτζάν, τη Λετονία, τη Λιθουανία, τη Μολδαβία, το Ουζμπεκιστάν, το Κιργιστάν, το Τατζικιστάν και το Τουρκμενιστάν. Η Εκκλησία της Ρωσίας ιδρύθηκε στο Κίεβο το 989.

Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Φινλανδίας, με έδρα το Κουόπιο. Ιδρύθηκε το 1923 με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο.

Ορθόδοξη Εκκλησία Ταλλίνης και πάσης Εσθονίας, με έδρα το Τάλιν. Αναγνωρίσθηκε ως αυτόνομη επί Πατριάρχου Μελετίου Δ’ με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο το 1923.

Πατριαρχείο Σερβίας, με έδρα το Βελιγράδι. Το 1879 η Εκκλησία της Σερβίας αναγνωρίσθηκε ως αυτοκέφαλη και το 1920 ανυψώθηκε σε Πατριαρχείο. Στην Εκκλησία αυτή περιλαμβάνεται η Αυτόνομη Ορθόδοξη Επισκοπή Αχρίδας, με έδρα την Αχρίδα της FYROM, που δεν έχει αναγνωριστεί ως σήμερα από Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος, Μητροπολίτης Σκοπίων και Έξαρχος του Πατριάρχη της Σερβίας, Ιωάννης, διώκεται από το καθεστώς της FYROM.

Πατριαρχείο Ρουμανίας, με έδρα το Βουκουρέστι. Το 1925 η Εκκλησία της Ρουμανίας ανυψώθηκε σε Πατριαρχείο με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο.

Πατριαρχείο Βουλγαρίας, με έδρα τη Σόφια. Το 1945 ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη η Εκκλησία της Βουλγαρίας και τον Μάιο του 1953 εκλέχθηκε και ενθρονίσθηκε Πατριάρχης ο Μητροπολίτης Πλόβντιβ Κύριλλος.

Πατριαρχείο Γεωργίας, με έδρα την Τιφλίδα. Ιδρυτές της Εκκλησίας αυτής θεωρούνται οι Απόστολοι Ναθαναήλ και Θαδδαίος. Επί Πατριάρχου Δημητρίου Α’, τον Μάρτιο του 1990, με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο η Εκκλησία της Γεωργίας αναγνωρίσθηκε επίσημα ως αυτοκέφαλη.

Εκκλησία της Πολωνίας, με έδρα τη Βαρσοβία. Αναγνωρίσθηκε ως αυτοκέφαλη το 1924 με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο.

Εκκλησία της Τσεχίας και Σλοβακίας. Ιδρύθηκε από τους Κύριλλο και Μεθόδιο. Ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη το 1998 με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο.

Αυτοκέφαλη  Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος, με έδρα την Αθήνα. Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος αναγνωρίσθηκε με τον Συνοδικό Τόμο της 29ης Ιουνίου 1850. Περιλαμβάνει τις Μητροπόλεις της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο της 29ης Ιουνίου 1850 και τις Πατριαρχικές και Συνοδικές Πράξεις Ιουλίου 1866 και Μαΐου 1882, και επίσης τις Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, κατά την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου της 4ης Σεπτεμβρίου 1928, με την οποία ανατέθηκε από αυτό στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος επιτροπικώς η διοίκηση των καλουμένων Νέων Χωρών (Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης και Νήσων του Αιγαίου), τηρουμένου επ’ αυτών του ανώτατου κανονικού δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Ημιαυτόνομη Ορθόδοξος Εκκλησία της Κρήτης. Έχει κανονική εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το 1967 ο Μητροπολίτης Κρήτης έλαβε τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου.

Αυτοκέφαλη Ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου. Από τις αρχαιότερες αυτοκέφαλες Εκκλησίες της Ορθοδοξίας. Ιδρύθηκε από τον Απόστολο Βαρνάβα και η αυτοκεφαλία της αποτυπώθηκε στον Η’ Κανόνα της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου της Εφέσου.

Ορθόδοξος Εκκλησία της Αλβανίας. Ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη το 1937 με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο. Το 1991 εξελέγη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας ο από Ανδρούσης Τιτουλάριος Μητροπολίτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αναστάσιος.

 

Στην Κωνσταντινούπολη το 1922

Από τις αρχές του 20ού αι., με πρωτοπόρους τους μεγάλους και φωτισμένους Πατριάρχες Ιωακείμ Γ’, Μελέτιο Δ’ και Φώτιο Β’, επιδιωκόταν η σύγκληση της Πρώτης Πανορθοδόξου Διασκέψεως από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο κατέβαλλε σύντονες προσπάθειες προς την κατεύθυνση αυτή. Επί Πατριάρχου Μελετίου Δ’, είχε πραγματοποιηθεί στην Κωνσταντινούπολη το 1922 Πανορθόδοξο Συνέδριο για το ζήτημα του Ημερολογίου. Αργότερα, το 1930, έλαβε χώρα η Προκαταρκτική Επιτροπή των Ορθοδόξων Εκκλησιών στη Μονή Βατοπαιδίου, στο Άγιον Όρος, επί Φωτίου Β’, αλλά δεν επιτεύχθηκε συνολική εκπροσώπηση των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Σοβαρά πολεμικά και πολιτικά γεγονότα, που σηματοδότησαν τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι., και βέβαια τα γεγονότα που μετέβαλαν το καθεστώς στην έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την πολιτική κατάσταση άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών την ίδια περίπου εποχή, εμπόδισαν την υλοποίηση του οραματισμού αυτού.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε πολλές χώρες έγιναν διωγμοί και παρατηρήθηκαν αθεϊστικές συμπεριφορές απολυταρχικών κυβερνήσεων. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διάφορες επαφές, κινήσεις, συνέδρια και εκδόσεις χριστιανικών κέντρων έφεραν στην επιφάνεια την ανάγκη της προσπάθειας για σύγκληση μιας Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Για τον λόγο αυτόν, η πραγματοποίηση στη Ρόδο, κατά το χρονικό διάστημα 24 Σεπτεμβρίου – 1η Οκτωβρίου 1961, της Α’ Πανορθοδόξου Διασκέψεως φυσικό ήταν να χαρακτηρισθεί ως το σπουδαιότερο γεγονός του 20ού αι. στην ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε πολλές χώρες έγιναν διωγμοί και παρατηρήθηκαν αθεϊστικές συμπεριφορές απολυταρχικών κυβερνήσεων. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διάφορες επαφές, κινήσεις, συνέδρια και εκδόσεις χριστιανικών κέντρων έφεραν στην επιφάνεια την ανάγκη της προσπάθειας για σύγκληση μιας Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Στη διάσκεψη αυτή συνήλθαν «επί τω αυτώ» μετά από πολλούς αιώνες όλες οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες. Οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση αυτής της διάσκεψης δημιουργήθηκαν στα χρόνια του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αθηναγόρα Α’ (1948-1972), ο οποίος, παρά τα δυσμενή για το ελληνικό ποίμνιο γεγονότα του 1955 και την εγκατάσταση στρατιωτικού καθεστώτος στην Τουρκία το 1960, πέτυχε με υπομονή, επιμονή και τους οραματισμούς του να πραγματοποιήσει ένα όνειρο χρόνων μακρών. Όπως παρατηρεί ο Βασ. Ν. Αναγνωστόπουλος, που χρημάτισε βοηθός γραμματεύς του Μητροπολίτη Μύρων και κατόπιν γέροντα Εφέσου Χρυσοστόμου, γενικού γραμματέα της Α’ Πανορθοδόξου Διασκέψεως, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας «υπήρξεν ο πρωτεργάτης της διασκέψεως και ο πρωτοπόρος εις την καθιέρωσιν του θεσμού των Πανορθοδόξων Διασκέψεων».

 

Η Διάσκεψη του 1961 στη Ρόδο

Στην Πανορθόδοξο Διάσκεψη που συνήλθε στη Ρόδο το 1961, την επίσημη αντιπροσωπία της Εκκλησίας της Ελλάδος αποτελούσαν οι Μητροπολίτες: Μυτιλήνης Ιάκωβος, Μαρωνείας Τιμόθεος και Ιωαννίνων Σεραφείμ (ο κατόπιν Αρχιεπίσκοπος Αθηνών), καθώς και οι καθηγητές: Βασίλειος Ιωαννίδης, Αμίλκας Αλιβιζάτος και Παναγιώτης Μπρατσιώτης. Οι καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλειος Βέλλας και Παναγιώτης Τρεμπέλας αντιπροσώπευσαν το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Στην ομάδα των Ορθοδόξων παρατηρητών συμμετείχαν ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Δαμασκηνός και οι καθηγητές της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Ιωάννης Καρμίρης, Κωνσταντίνος Μπόνης, Γεράσιμος Κονιδάρης και Μάρκος Σιώτης, καθώς και Ιερώνυμος Κοτσώνης, Ιωάννης Τράπας και Ιωάννης Καλογήρου της Θεσσαλονίκης. Έλαβαν μέρος επίσης ο Επίσκοπος Αχαΐας Παντελεήμων, ως αντιπρόσωπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου, και ο Νικόλαος Νησιώτης, ως εκπρόσωπος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών.

Στην Πανορθόδοξο αυτή Διάσκεψη είχαν προσκληθεί να παραστούν και εκπρόσωποι από τις αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες, που είχαν αποσχισθεί από τον 5ο αι. και μετά, από τις ετερόδοξες Εκκλησίες, οι οποίες προήλθαν από τη μεταρρύθμιση στη Δύση, και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, με το σκεπτικό ότι θα ήταν χρήσιμο να εγκαινιασθεί μια νέα περίοδος σχέσεων μαζί τους.

Η πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η ανταπόκριση όλων όσοι προσκλήθηκαν απέβλεπαν στην επαναπροσέγγιση και στη σύσφιγξη των αδελφικών σχέσεων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, καθώς και στην επαναβεβαίωση και διακήρυξη της ενότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Όπως είναι κατάδηλο σε εποχές κατά τις οποίες διαγράφονται μεγάλες αλλαγές στο παγκόσμιο πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό, οι Ποιμένες της Ορθοδοξίας κατανόησαν τα μηνύματα των καιρών, ανέλαβαν ιστορικές πρωτοβουλίες και έκαναν πραγματικότητα προσδοκίες πολλών δεκαετιών.

Οι εργασίες των επόμενων Πανορθοδόξων και Προσυνοδικών Διασκέψεων, που καθιερώθηκαν ως θεσμός στη σύγχρονη ιστορία της Ορθοδοξίας, οργανώθηκαν και διεξήχθησαν με βάση τα περισσότερα άρθρα του Κανονισμού της Α’ Πανορθόδοξης Διάσκεψης.

Κατά τις εργασίες της Γ’ Προσυνοδικής Πανορθόδοξης Διάσκεψης, η οποία συνήλθε στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Σαμπεζί της Γενεύης στην Ελβετία, το διάστημα 28 Οκτωβρίου – 6 Νοεμβρίου 1986, επικυρώθηκε ο νέος Κανονισμός Λειτουργίας των Προσυνοδικών Διασκέψεων. Στον Κανονισμό επικυρώθηκε η πράξη που είχε διαμορφωθεί παλαιότερα, να λαμβάνονται οι αποφάσεις με πανορθόδοξη σημασία «επί τη βάσει της ομοφωνίας». Στο Άρθρο 15 του Κανονισμού Λειτουργίας των Προσυνοδικών Διασκέψεων καθορίζονται τα ακόλουθα, που συνιστούν και την ουσία του Κανονισμού: «Η Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή έχει την αποστολήν και την ευθύνην μελέτης, επεξεργασίας και προπαρασκευής των θεμάτων της επομένης Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως επί τη βάσει της εις το καθ’ έκαστον θέμα συμβολής των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών και του μερίμνη της Γραμματείας επί της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου συγκεντρωθέντος γενικωτέρου περί τα θέματα υλικού. Έργον της Διορθοδόξου-Πανορθοδόξου Διασκέψεως, η αναζήτηση της ενιαίας ορθοδόξου θέσεως και η καταγραφή των κατά θέματα προτάσεων της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής εις κοινόν κείμενον, το οποίον αποτελεί και την επί του καθ’ έκαστον θέματος εισήγησιν αυτής προς επομένην Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν προς αποδοχήν και λήψιν αποφάσεως».

 

Οι «Προπαρασκευαστικές» στο Σαμπεζί και τη Γενεύη

Με την ονομασία «Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις» ακολούθησαν και άλλες το 1963 (26-29 Σεπτεμβρίου) και το 1964 (1-15 Νοεμβρίου) στη Ρόδο, το 1976, το 1982, το 1986, το 2009 και το 2015 στο Σαμπεζί της Γενεύης, στην Ελβετία. Ενδιάμεσα κάποιες μετονομάσθηκαν «Προπαρασκευαστικές». Συνήλθαν στην Ελβετία η πρώτη το 1971, η δεύτερη το 1977, η τρίτη το 1990, η τέταρτη το 1993 και η πέμπτη το 2009 και το 2011. Όλες οι συνεδριάσεις πραγματοποιήθηκαν στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζί, εκτός από την πρώτη Προπαρασκευαστική Επιτροπή, η οποία συνεδρίασε στη Γενεύη.

Στο ανακοινωθέν που εξέδωσε η «Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας» του 1986 στο Σαμπεζί, μεταξύ άλλων, αναφερόταν: «Η εν Γενεύη Α’ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις του 1976 επέλεξε από τον Κατάλογον της εν Ρόδω Α’ Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1961) τα δέκα θέματα της παρούσης φάσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και διεχάραξεν ούτω τα όρια της νέας θεματολογίας αυτής, όσον και των αγουσών προς αυτήν ενδιαμέσων Διασκέψεων. Η δε εν Γενεύη Β’ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις (1986) ώρισε τα γνωστά τέσσαρα θέματα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενον μελέτης της Διορθοδόξου ταύτης Προπαρασκευαστικής Επιτροπής ημών και της εν συνεχεία προς ταύτην συγκληθησομένης Γ’ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως». Σε άλλο σημείο του ιδίου ανακοινωθέντος παρατίθεται η ημερήσια διάταξη της Γ’ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως, που είχε ως ακολούθως: «1. Αναπροσαρμογή των περί νηστείας εκκλησιαστικών διατάξεων. 2. Σχέσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον. 3. Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνησις. 4. Συμβολή των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών εις την επικράτησιν των χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών, και άρσιν των φυλετικών διακρίσεων».

Η λήξη των εργασιών της Γ’ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως, που έλαβε χώρα το 1986, σήμανε και την αποφασιστική προώθηση του περιορισμού της θεματολογίας, από εκείνη την οποία είχε προτείνει η Α’ Πανορθόδοξος Διάσκεψις της Ρόδου, ώστε να καταστεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα δυνατή η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

 

Οι δυσκολίες του 1993

Στις τρεις πρώτες Προσυνοδικές Πανορθοδόξους Διασκέψεις, κατά τις οποίες προωθήθηκε η διάχυτη έκφραση της αδιάσπαστης ενότητας του Ορθόδοξου κόσμου, εξαντλήθηκαν τα περισσότερα από τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και τα ζητήματα που έμειναν ουσιαστικά ήταν η Ορθόδοξη Διασπορά, το αυτοκέφαλο και ο τρόπος ανακήρυξής του, το αυτόνομο και ο τρόπος ανακήρυξής του και τα Δίπτυχα. Όπως παρατηρεί σχετικά ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος, «και τα τέσσερα αυτά θέματα παρουσιάζουν μία βαθιά εσωτερική συνάφεια και αλληλεξάρτηση, γιατί αφ’ ενός αποτελούν σημαντικές εκφράσεις της ενότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στο πλαίσιο της μακραίωνης κανονικής και εκκλησιολογικής παράδοσης, και αφ’ ετέρου έχουν άμεση ή έμμεση αναφορά σε σύγχρονα προβλήματα, αναλόγου κανονικού και εκκλησιολογικού περιεχομένου».

Το αποτέλεσμα ήταν να συγκληθεί το 1993 στο Σαμπεζί η Δ’ Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Διάσκεψη. Των εργασιών της προήδρευε ο Μητροπολίτης Περγάμου, Ιωάννης, εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριάρχη. Ως βοηθός του παρευρισκόταν ο Γραμματεύς επί της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μητροπολίτης Ελβετίας Ιερεμίας.

Η συνάντηση των Προκαθημένων και των εκπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, τον Οκτώβριο του 2008, ύστερα από μερικά χρόνια συνεδριάσεων και εργασιών της Προπαρασκευαστικής Επιτροπής, που οφείλονταν σε προβλήματα που παρουσιάστηκαν στις σχέσεις μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου της Ρωσίας για το θέμα του εκκλησιαστικού συστήματος της Εσθονίας, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να ξεπεραστούν οι δυσκολίες που είχαν προκύψει.

Θέμα της Δ’ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως ήταν, «συμφώνως προς την βούλησιν των Προκαθημένων και των αντιπροσώπων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, εκφρασθείσαν εις το Μήνυμα της εν Φαναρίω Ιεράς Συνάξεως αυτών (Οκτώβριος 2008), η συζήτησις επί του ζητήματος της κανονικής οργανώσεως της Ορθοδόξου Διασποράς. Η σχετική απόφασις περί της ημερησίας διατάξεως ελήφθη υπό της Διασκέψεως κατά την έναρξιν των εργασιών αυτής».

Επρόκειτο για ακανθώδες θέμα, που προκαλεί τριγμούς και εντάσεις στην Ορθόδοξη ενότητα, ένα από τα μείζονα πνευματικά γεγονότα της εποχής μας, και δημιουργήθηκε εξαιτίας των μεγάλων μεταναστευτικών ρευμάτων του 19ου και κυρίως του 20ού αιώνα. Το ζήτημα της καθιέρωσης μιας κανονικής οργάνωσης της διασποράς, δηλαδή των κοινοτήτων που ακριβώς ευρίσκονται πέραν των συνόρων των παραδοσιακών αυτοκέφαλων ή αυτόνομων Εκκλησιών, ήταν ένα από τα κυρίαρχα που την απασχόλησαν.

Στο θέμα αυτό είχε αναφερθεί σε συνέντευξή του προς τα Μέσα Ενημέρωσης ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος, ο οποίος είχε υποστηρίξει χαρακτηριστικά: «Τασσόμαστε με όσα προβλέπουν οι κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων. Τασσόμαστε στο πλευρό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που έχει τον συντονιστικό ρόλο στην Ορθοδοξία». Είχε ξεκαθαρίσει, ακόμη ότι «οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες πρέπει να περιορίζονται εντός της δικαιοδοσίας τους και το Οικουμενικό Πατριαρχείο να έχει την ευθύνη διαποίμανσης και των Ορθοδόξων Χριστιανών που διαβιούν εκτός των παραδοσιακών εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών».

 

Οι ενωτικές προσπάθειες

Οι εργασίες της Ε’ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως, που διεξήχθησαν υπό την προεδρία του Μητροπολίτου Γέροντος Περγάμου Ιωάννου, εκπροσώπου του Οικουμενικού Πατριάρχη, διήρκεσαν από 10 έως 17 Οκτωβρίου 2015. Έργο της αποτελούσε η τελική έγκριση του κειμένου για το αυτόνομο και τον τρόπο ανακηρύξεώς του στην Ορθόδοξη Εκκλησία, που καταρτίσθηκε από τη Διορθόδοξο Προπαρασκευαστική Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2011, καθώς και των κειμένων της Β’ και Γ’ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1982, 1986), που αναθεωρήθηκαν και επικαιροποιήθηκαν από Ειδική Διορθόδοξο Επιτροπή μετά από σχετική απόφαση των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Εκτιμώντας τα αποτελέσματα των διεργασιών κατά τις Πανορθοδόξους και τις Προσυνοδικές Διασκέψεις, μεταξύ άλλων, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης έχει πει και τα ακόλουθα, πολύ σημαντικά: «Ένα θετικό χαρακτηριστικό της σημερινής Ορθοδοξίας είναι η ενότητά της στο επίπεδο των εκκλησιαστικών ή κανονικών σχέσεων. Η ενότητα αυτή επιτεύχθηκε χάρη στις προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που συνεκρότησε με την πρωτοβουλία του Πατριάρχη Αθηναγόρα τις πρώτες Πανορθόδοξες Διασκέψεις. Για να εκτιμήσει κάποιος αυτή την εξέλιξη σωστά, αρκεί να μελετήσει όλα όσα διαμείφθηκαν στη Ρόδο, τόσο στο προσκήνιο όσο και στα παρασκήνια, κατά την Α’ Πανορθόδοξη Διάσκεψη το 1961. Οι δυσκολίες ήταν ανθρωπίνως σχεδόν ανυπέρβλητες. Τα παλιά μίση μεταξύ σλαβόφωνων και ελληνόφωνων Ορθοδόξων Εκκλησιών με τις διεκδικήσεις ηγεσίας εκ μέρους των πρώτων δημιουργούσαν τείχη διαιρέσεων, που απειλούσαν την ενότητα της Ορθοδοξίας. Σήμερα η Ορθοδοξία διαλέγεται με τους μη Ορθοδόξους ως ένα σώμα, που εκφράζεται ομόφωνα με το στόμα του Οικουμενικού Πατριάρχη. Αυτό αποτελεί ένα μεγάλο, ιστορικό βήμα».

Είναι ευνόητο ότι μεταξύ των ζητημάτων που εξαρχής αποτέλεσαν σοβαρό θέμα από την Α’ Πανορθόδοξο Διάσκεψη της Ρόδου και κατόπιν όλες τις Διασκέψεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών ήταν εκείνο των σχέσεών τους με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αποτελώντας, έστω και έμμεσα, την έκφραση ενός γενικότερου προβληματισμού, γεγονός που συνιστούσε φυσική συνέπεια της συμμετοχής τους στην ευρύτερη οικουμενική κίνηση. Το ίδιο αφορούσε και την έναρξη θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε μεταγενέστερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, από τα μέλη της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής για την ετοιμασία της Μεγάλης Πανορθοδόξου Συνόδου.

 

Ο διεθνής θεολογικός διάλογος μεταξύ Ορθοδόξων και Λουθηρανών

Σχετικά με τον θεολογικό διάλογο, σε διεθνές επίπεδο, μεταξύ Ορθοδόξων και Λουθηρανών, να αναφερθεί κατ’ αρχάς ότι συμπληρώθηκε ήδη το 2011 περίοδος τριάντα ετών και ότι υπήρξε αποτέλεσμα των εργασιών της Γ’ Πανορθοδόξου Διασκέψεως που συνήλθε στο Σαμπεζί το 1986, μεταξύ των αποφάσεων της οποίας ήταν η διεξαγωγή του διαλόγου αυτού με την Παγκόσμια Λουθηρανική Ομοσπονδία, ως επίσημου φορέα της λουθηρανικής παραδόσεως σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στο διάστημα 2-5 Μαΐου του 2011 πραγματοποιήθηκε, με πρόσκληση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα, Διορθόδοξος Διάσκεψις στο Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ι.Μ. Πεντέλης, με πρόεδρο τον Σεβ. Μητροπολίτη Σασίμων Γεννάδιο. Τα κύρια θέματα με τα οποία ασχολήθηκαν οι εκπρόσωποι των Ορθοδόξων Πατριαρχείων και Εκκλησιών ήσαν πέντε: Το παρελθόν και το παρόν, οι προσδοκίες, οι προκλήσεις και οι προβληματισμοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας επί τριάντα χρόνια στον διάλογο με τους Λουθηρανούς, τα θεολογικά ζητήματα που συζητήθηκαν στο διάστημα των τριάντα ετών που διαρκεί ο διάλογος, η διαδικασία αποδοχής των Κοινών Δηλώσεων που συμφωνήθηκαν στο διάστημα αυτό, συνοπτική έκθεση και προβληματισμός και το θέμα «Προσβλέποντας στο μέλλον του διαλόγου». Με βάση τα κείμενα αυτά και τη διεξοδική συζήτηση που ακολούθησε, αναδείχθηκαν συγκεκριμένες διαπιστώσεις και προτάσεις, που συμπεριλήφθηκαν στο «Κείμενο Αξιολογήσεως». Μετά τη Διάσκεψη των Αθηνών ακολούθησε η 15η Ολομέλεια της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Παγκόσμιας Λουθηρανικής Ομοσπονδίας. Στα πορίσματα αυτών των δύο συναντήσεων στηρίχθηκε το άρθρο του  Διακόνου Θεοδώρου Μεϊμάρη στο περιοδικό «Θεολογία» (τ. 83, τεύχ. Ιούλιος- Σεπτέμβριος 2012, σ. 185).

Ο π. Θεόδωρος Μεϊμάρης, που ασχολήθηκε με το θέμα, σημειώνει ότι είναι πεποίθηση της πλευράς των Ορθοδόξων πως η Λουθηρανική Εκκλησία πρέπει να αρχίσει αμέσως διάλογο με την Ορθόδοξη Εκκλησία σε νέα βάση, αφήνοντας κατά μέρος την πολεμική προς τη λατινική θεολογία, επιχειρώντας άνοιγμα προς την Αποστολική Παράδοση και τους Πατέρες της αδιαίρετης Εκκλησίας και ταυτόχρονα υπερβαίνοντας τη μονομερή αναφορά με αποκλειστικές παραπομπές στην Αγία Γραφή και τον ιδρυτή της Λούθηρο και παραμερισμό των πατερικών πηγών.

Σε άλλο σημείο παρατηρεί ο ίδιος ότι «ο θεολογικός διάλογος της Ορθοδοξίας μετά της Παγκοσμίου Λουθηρανικής Ομοσπονδίας εξελίσσεται με πολύ αργούς, πλην όμως σταθερούς ρυθμούς. Η ήδη αρξαμένη, εν τούτοις, ενασχόλησις του διαλόγου με ακανθώδη ζητήματα, ως το “Μυστήριον της Ιερωσύνης” (The Ordained Ministry) εν γένει και δη και της χειροτονίας των γυναικών (The Ordination of Women), δύναται να επιφέρει μείζονας επιπλοκάς μελλοντικώς εις την εξέλιξιν του Διαλόγου και δη και προς την πορείαν διά την επίτευξιν της μυστηριακής ενώσεως μεταξύ των εν λόγῳ Χριστιανικών Παραδόσεων».

 

%d blogger hanno fatto clic su Mi Piace per questo: